αγωγός


αγωγός
Το υλικό σώμα που διευκολύνει τη ροή ενός ρευστού ή τη διοχέτευση ενέργειας (βλ. λ. αγωγιμότητα, ηλεκτρισμός, ρευστό, ροή, υδραυλική).α. αναρρόφησης.Στοιχείο της αντλίας (βλ. λ.).α. ηλεκτρικός.Το υλικό σώμα μέσα στο οποίο κινούνται τα ηλεκτρικά φορτία.α. υπό πίεση.Α. ο οποίος διαρρέεται από ένα ρευστό με πίεση. Στη σημερινή τεχνική ορολογία, ο όρος χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει ειδικά τις σωληνώσεις εκείνες που μπορούν να κατασκευαστούν με ποικίλους τρόπους και οι οποίες οδηγούν το νερό από ένα ορισμένο ύψος (ύψος πτώσης) όπου βρίσκεται η τεχνητή λίμνη στους υδροστροβίλους του σταθμού παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, ο οποίος εκμεταλλεύεται έτσι μια σημαντική διαφορά στάθμης. Για τη μελέτη ενός α. υπό πίεση, πρέπει να ληφθεί υπόψη η ποσότητα του νερού που θα μεταφερθεί στη μονάδα του χρόνου (παροχή), το ύψος του νερού και επομένως οι πιέσεις που δημιουργούνται και που μεγαλώνουν όσο προχωρούμε χαμηλότερα και οι υπερπιέσεις, που οφείλονται στην κίνηση του νερού η οποία μεταβάλλεται (κτύπημα κριού) και προκαλούνται από την επέμβαση των οργάνων ρύθμισης της ροής των στροβίλων. Η μελέτη καθορίζει λοιπόν –με βάση τις τεχνικοοικονομικές εκτιμήσεις– τον τύπο και τη διάμετρο της σωλήνωσης που θα χρησιμοποιηθεί, την αντοχή της σωλήνωσης (της οποίας το πάχος αυξάνει από πάνω προς τα κάτω, γιατί η εσωτερική πίεση αυξάνει ακριβώς προς την κατεύθυνση αυτή), τη διαδρομή που πρέπει vα ακολουθηθεί και τα κριτήρια τοποθέτησης και αγκύρωσης, τα απαραίτητα όργανα ελέγχου, ρύθμισης και χειρισμού, τους διαστολείς που πρέπει να τοποθετηθούν κλπ. Οι κυριότεροι τύποι σωλήνων που χρησιμοποιούνται για τους α. υπό πίεση είναι: Μεταλλικοί σωλήνες. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν οι χαλυβδοσωλήνες με ραφή (καρφωτοί ή συγκολλητοί), οι χαλυβδοσωλήνες χωρίς ραφή, που κατασκευάζονται με εξέλαση (τραβηχτοί, τύπου Μάνεσμαν) και οι χυτοσιδηροσωλήνες. Οι καρφωτοί σωλήνες κατασκευάζονται με λαμαρίνες από πολύ μαλακό χάλυβα (πάχους 5 έως 30 χιλιοστά) που κάμπτονται με πρέσα (έλαστρον) και με κατάλληλες διαμήκεις και εγκάρσιες ηλώσεις στα χείλη. Οι συγκολλητοί σωλήνες γίνονται και από χαλυβδολαμαρίνα, που υποβάλλεται σε κάμψη και όπου οι διαμήκεις συνδέσεις γίνονται με συγκόλληση, αφού προηγουμένως τα χείλη λειανθούν κατάλληλα. Οι εγκάρσιες συνδέσεις των συγκολλητών σωλήνων πραγματοποιούνται αντιθέτως με ηλώσεις. Οι χυτοσιδηροσωλήνες και αυτοί που φτιάχνονται με εξέλαση δεν χρησιμοποιούνται πολύ για τους α. υπό πίεση, γιατί με τους πρώτους δεν μπορούμε να έχουμε μεγάλες διαμέτρους, ενώ οι δεύτεροι παρουσιάζουν συχνά φυσαλλίδες, είναι εύθραστοι και πολύ βαριοί. Τσιμεντοσωλήνες. Παρουσιάζουν το πλεονέκτημα ως προς τους μεταλλικούς ότι δεν οξειδώνονται και δεν παθαίνουν διάβρωση. Αυτοί που κατασκευάζονται απευθείας στον τόπο των έργων αποτελούνται από έναν σκελετό τσιμεντοκονιάματος και από έναν μεταλλικό οπλισμό, και είναι εσωτερικά επενδεδυμένοι με ασφαλτώδεις μανδύες που αυξάνουν τη στεγανότητά τους. Οι τύποι που κατασκευάζονται εκτός του τόπου των έργων είναι από οπλισμένο σκυρόδεμα που έχει δεχτεί φυγοκέντριση ή από αμιαντοτσιμέντο (πολύ σπάνια πλέον) και χρησιμοποιούνται μόνο για μικρές εγκαταστάσεις. Ξύλινοι σωλήνες. Χρησιμοποιούνται για μικροεγκαταστάσεις, στις χώρες όπου αφθονεί η ξυλεία (Αυστρία, Γερμανία, Νορβηγία, ΗΠΑ). Αποτελούνται από ξύλινα στεφάνια, όπως τα βαρέλια και οι κάδοι. Για να αντέχουν στην εσωτερική πίεση, επιδένονται με χαλύβδινα δακτυλίδια. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα, ιδιαίτερα στις σύγχρονες εγκαταστάσεις, με σήραγγες υπό πίεση και α. υπό πίεση που έχουν λαξευτεί μέσα στους βράχους. Αυτοί μπορούν να γίνουν χωρίς επένδυση, εάν ο βράχος είναι συμπαγής, ανθεκτικός και αδιάβροχος, διαφορετικά επενδύονται με απλό τσιμεντοκονίαμα, οπλισμένο ή προεντεταμένο. Είναι κατάλληλοι ιδιαίτερα για την τροφοδότηση σταθμών μέσα σε σπήλαια. Η σύνδεση των διαφόρων σωλήνων, που αποτελούν τον α. υπό πίεση, πραγματοποιείται με συνδέσμους διαφόρων τύπων. Για την εγκατάσταση του α. υπό πίεση προετοιμάζεται ένα επίπεδο που έχει μία κλίση, το οποίο εξυπηρετείται από βαγονέτα πάνω σε εναέρια συρματόσχοινα και κατασκευάζονται τα στηρίγματα και οι αγκυρώσεις, που δέχονται από τους δακτύλιους εξουδετέρωσης της ακτινικής δύναμης τις καταπονήσεις που μεταδίδει ο α. Ένας α. υπό πίεση πριν παραδοθεί σε κανονική λειτουργία, υποβάλλεται σε μια σειρά δοκιμών: οι κύριες είναι οι στατικές δοκιμές υπερπίεσης, οι δυναμικές δοκιμές πλήρους και μερικής απόφραξης του α., δοκιμές πλήρους φραγής και δοκιμές απόδοσης. Αγωγός υπό πίεση ενός υδροηλεκτρικού σταθμού στις Άλπεις, μήκους 1.250 μ. και διαμέτρου 75 εκ. ΑΓΩΓΟΣ ΥΠΟ ΠΙΕΣΗ ΜΕ ΔΙΠΛΗ ΣΩΛΗΝΩΣΗ
* * *
-ό (AM ἀγωγός, -όν)
1. αυτός που οδηγεί, που μεταφέρει ή μεταβιβάζει κάτι
2. το αρσ. ως ουσ. ο αγωγός
σωλήνας, οχετός, αυλάκι για τη διοχέτευση τού νερού
3. (Φυσ.) υλικό που επιτρέπει τη μεταφορά κάποιας μορφής ενέργειας (κυρίως ηλεκτρικής ή θερμικής) από ένα σημείο του σε άλλο.
αρχ.
1. οδηγός
2. συνοδός
3. αυτός που προξενεί κάτι, αίτιος, πρόξενος
4. ελκυστικός
5. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἀγωγόν
ελκυστικότητα, σαγήνη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἄγω.
ΠΑΡ. αρχ. ἀγωγεύς, ἀγώγιμος, ἀγώγιον νεοελλ. αγώγι].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀγωγός — leading masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αγωγός — ο 1. σωλήνας ή σύρμα με το οποίο μεταφέρεται ή διοχετεύεται κάτι: Πολύ κοντά στο σπίτι μου περνάει ο κεντρικός αποχετευτικός αγωγός. 2. σώμα που έχει ή δεν έχει την ιδιότητα να μεταβιβάζει τον ηλεκτρισμό ή τη θερμότητα: Το ξύλο είναι κακός αγωγός …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αγωγός — [агогос] ουσ. а. водитель, провод …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αγωγό σύστημα ή αγωγός ιστός — Το κυκλοφορικό σύστημα των φυτών. Ο α.ι. αποτελείται από το ξύλωμα (αγγειώδης μοίρα) και το φλοίωμα (ηθμώδης μοίρα). Διατρέχει ολόκληρο το φυτικό σώμα από τις ρίζες έως τα φύλλα και χρησιμεύει στη μεταφορά του νερού και διαλυμάτων αλάτων από τις… …   Dictionary of Greek

  • συλλέκτης — Αγωγός ειδικά κατασκευασμένος για να περισυλλέγει ρευστά διάφορων ειδών και προελεύσεων. Στην οικοδομική είναι ο αγωγός που οδηγεί την αποχέτευση του κτιρίου στους υπόνομους. Υπάρχει επίσης και ένας αγωγός, μεγάλης διαμέτρου, που συνδέει τα νερά… …   Dictionary of Greek

  • ἀγωγότερον — ἀγωγός leading adverbial comp ἀγωγός leading masc acc comp sg ἀγωγός leading neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • υδρορρόη — Αγωγός που περισυλλέγει τα νερά της βροχής από τις στέγες των κτιρίων, είτε για να τα απομακρύνει, είτε για να τα συγκεντρώσει σε στέρνα για μελλοντική χρησιμοποίηση τους. Παλιότερα η υ. ήταν ένας απλός μεταλλικός σωλήνας ή ένας σκαμμένος… …   Dictionary of Greek

  • ἀγωγόν — ἀγωγός leading masc/fem acc sg ἀγωγός leading neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σωληνοειδές — Αγωγός περιτυλιγμένος σπειροειδώς, σ’ έναν υψηλό αριθμό διαδοχικών σπειρών. Καθεμιά από τις σπείρες αυτές, όταν διαρρέεται από ρεύμα, ισοδυναμεί μ’ ένα μαγνητικό έλασμα (*μαγνητισμός). Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του σ. συνίσταται στο ότι κατά μήκος… …   Dictionary of Greek

  • ἀγωγοτάτοις — ἀγωγός leading masc/neut dat superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)